Το παρελθόν δεν αλλάζει. *μπορεί να πλαισιωθεί εκ νέου*

 

Το παρελθόν δεν αλλάζει.

μπορεί να πλαισιωθεί εκ νέου




Ένα κείμενο που νιώθω την ανάγκη να γράψω όχι απλά σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσω μια κατάσταση που σαπίζει επί ενάμιση χρόνο, αλλά γιατί θεωρώ ότι απαιτείται η έκφραση και ανάλυση ζητημάτων πολύ πιο μεγάλων από μια σχέση μα εξίσου σημαντικών σε άλλη κλίμακα. Αναγκαστικά θα αναφερθώ στη σχέση μου με την Σ. -όπως σύντροφος/@- διότι όσοι ξέρουν ξέρουν, κι όσοι όχι δε χρειάζεται να το προσωποποιήσουν για να δουν τη σημασία του. Αφορμή λοιπόν ότι η Σ. τα τελευταία αυτά χρόνια που ακολούθησαν τον χωρισμό μας μιλάει σε όποιο θεωρεί αντισεξιστή ή είναι στο κοντινό μου περιβάλλον, προσδίδοντάς μου την ταυτότητα «κακοποιήτρια», δηλώνοντας πως φοβάται να υπάρχει στον ίδιο χώρο με μένα και απαιτώντας να αποκλειστώ από συνελεύσεις και στέκια με τα οποία συνδεόμαστε αμφότερες, χωρίς να μπαίνει σε οποιαδήποτε ανάλυση του περιστατικού.

Το Γενάρη του 2019 σε έξοδο με τη Σ. και δύο φίλες της, συζητούσα με μία από τις φίλες για το πρόσφατο τότε βιασμό και άγρια δολοφονία της Τοπαλούδη. Εξαντλημένη από τους ακραίφνης «αντισεξιστές» που φώναζαν για παραδειγματική τιμωρία των δραστών με βιασμό κλπ. -νιώθοντας πως στο συγκεκριμένο κύκλο δε χρειαζόταν να αποδείξω την αντίθεσή μου σε τέτοιου είδους περιστατικά, εφόσον ήμουν σε σχεδόν δύο χρόνια σχέσης με τη Σ.- άνοιξα το ζήτημα αν έχει κάποιος δικαίωμα, με εξαίρεση τους επιβιώσαντες, να βαφτίζει τον εαυτό του τιμωρό, αν η Φυλακή είναι η λύση για το οτιδήποτε, αν πρέπει να μετατρέψουμε την οργή σε αναζήτηση και συζήτηση όσον αφορά τις ριζικές αλλαγές ιδεολογικές και πρακτικές που χρειάζεται ο κόσμος αυτός για να ξεπεράσει τη μισαλλοδοξία και την εξουσιαστικότητα που τόσες εκφάνσεις παίρνουν. Ενώ η Σ. είχε άλλη συζήτηση με την άλλη φίλη, γύρισε κι άρχισε να φωνάζει προς το μέρος μας με θυμό, μια επίθεση που την ένιωσα να πιέζει όλο μου το σώμα με την έντασή της. Η φίλη με την οποία συζητούσα της είπε «Δεν μπορώ να μιλήσω μαζί σου όταν εκφράζεσαι με τόσο εγωισμό» κι εγώ προσπάθησα να πω ότι την οργή αυτή που δεν έχει αδίκως, δεν χρειάζεται να την κατευθύνει πάνω μας. Αυτό δεν κατάφερα να το πω εφόσον συνέχισε να φωνάζει, πράγμα που με έκανε αντανακλαστικά να την κλωτσήσω στο καλάμι, χωρίς να φοράω παπούτσι ωστόσο. Αυτό δεν το λέω δικαιολογώντας, απλά θέλω τα γεγονότα όπως τα βίωσα να είναι ξεκάθαρα. Προφανώς έγινε έξαλλη και με έλουσε με αρκετή ακόμη επιθετικότητα και απειλές κι έφυγε, ενώ όπως έμαθα αργότερα από δύο φίλους μου που ενημέρωσε πως «η Εύα με χτύπησε, της έχω κάνει καταγγελία στους μπάτσους». Υποθέτω πως η αντιμετώπισή τους απέναντί της ήταν παρόμοια όπως σε άλλα περιστατικά κακοποίησης, εφόσον ποτέ δεν έφτασε σε μένα οποιαδήποτε κλήτευση.

Εγώ ήμουν σοκαρισμένη τόσο από την πράξη μου και την αντίδραση της Σ., όσο και φρικαρισμένη για την απώλεια της σχέσης. Στη συνέχεια ανταλλάξαμε μηνύματα, εγώ κλάψας κι αυτή υβριστικά. Εδώ χρειάζεται να πω ότι και οι δύο είχαμε πιει κι αυτή η κατάσταση πρέπει να επισημανθεί για λόγους που θα φανούν στη συνέχεια. Κοιτώντας αναδρομικά τη σχέση να πω ότι σίγουρα είχε πολλά στοιχεία συνεξάρτησης καθώς και την έλλειψη συνολικής ειλικρίνειας όσον αφορά τα συναισθήματα μας (σχεσιακά και ατομικά). Σαν άνθρωπος θεωρώ πως έχω μια καλή αντίληψη των υπόρρητων μηνυμάτων, οπότε δεν αμφισβήτησα πως η αγάπη που ένιωθα και συνεχίζω να νιώθω για τη Σ. ήταν αμοιβαία, ωστόσο εκφραζόταν κυρίως μέσω πράξεων φροντίδας και δώρων, υποστήριξης, αλλά χωρίς να λέγεται, πέρα από τις φορές που τα είχαμε κοπανήσει και η γλώσσα των δύο λυνόταν. Συνήθως στην αρχή αγάπες κι έπειτα δεν σπάνιζε να αρχίσει να με βρίζει και να με κατηγορεί, συνήθως για πράγματα που κατανοούσα ως άσχετα με εμένα, προβολές και «μαζεμένα» δικά της, ενώ συχνά όταν τη ρωτούσα να μου εξηγήσει δεν ήθελε κι έλεγε πως ξέρω πολύ καλά. Την άλλη μέρα, αντί να συζητήσουμε, το αγνοούσαμε, εγώ σκεπτόμενη πως δεν χρειάζεται να την κατηγορώ για το θυμό που έχει, τα μοτίβα, τις πληγές της. Εξάλλου, προτιμούσα να κοιτάω τα ευγενή στοιχεία της, θεωρώντας λανθασμένα ίσως ότι ήξερε ή και θυμόταν κι η ιδια τι μου είπε, πόσο πληγωνόμουν και προσπαθούσα να την κατανοήσω, χωρίς να μιλάμε ανοιχτά ωστόσο σε νηφαλιότητα. Νόμιζα ότι κινούμαστε παράλληλα. Ανείδωτο τραύμα σε ποικίλες εκφράσεις.

Εδώ να σημειώσω πως για να καταφέρει κανείς να κοιτάξει τη σχέση εν γένει ως κακοποιητική πρέπει να κρατήσει το μεγεθυντικό φακό που προσπαθώ να χρησιμοποιήσω γράφοντας το παρόν, γιατί δεν ήταν μόνο αυτό, δυο άτομα τραυματισμένα που χτυπιόνταν κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ωστόσο ας μην κρύψω τα μοναδικά ακόμα περιστατικά που την κακοποίησα όπως λέει. Σε μία νύχτα, παρόμοια με αυτές που ανέφερα πιο πάνω, της βάρεσα το χέρι από το πόμολο της πόρτας για να μη φύγει χωρίς να εξηγηθεί. Το άλλο: της βάρεσα το χέρι ενώ επανειλημμένα της είχα ζητήσει να μην ταΐζει το σκυλί μου που είχε σκάσει εντελώς. Τελευταίο, χωρίς να λάβει υπόψην: την πίεση και ανασφάλεια που είχα εκφράσει την προηγούμενη μέρα όσον αφορά την προσπάθειά μας να εφαρμόσουμε την πολυσυντροφικότητα -χωρίς όμως να έχω την απαίτηση να περιορίσω τη ζωή της- και την τεράστια εργασιακή πίεση που βίωνα, εμφανίστηκε στη δουλειά μου και, χωρίς καν να με χαιρετήσει, ανακοίνωσε ότι θα ταξιδέψει να μείνει με τον νέο της φίλο για ένα μήνα. Εγώ είπα άσε μας και την έσπρωξα. Ξανά δεν δικαιολογώ, θέλω να δείξω απλά ότι οι δικές μου τραυματικές αντιδράσεις πάνω στις δικές της δεν αποτελούν θέληση για κακοποίηση και εξουσιαστικότητα, πράγμα που θα με έκανε όντως κακοποιήτρια κι όχι απλά δράστη κακοποίησης. Να επισημάνω, παρεμπιπτόντως, πως οι νέοι τρόποι συσχέτισης που κάποι@ εξερευνούμε απαιτούν αφοσίωση και ενσυναίσθηση στις φοβίες και ανασφάλειες τόσο τις δικές μας όσο και των συντρόφων μας, δοκιμή και λάθος και κυρίως, ευθύνη για το σύνολο των πράξεών μας.

Όσο κι αν πόνεσα λοιπόν από την ένταση του χωρισμού, δεν έπεσα ιδιαίτερα από τα σύννεφα. Ένιωθα την ένταση κι από τις δυο πλευρές, της κούρασης, των άρρητων φόβων και πόνων. Προσωπικά στο διάστημα που ακολούθησε, με λάθος ή όχι τρόπο, της έχω στείλει κάποια μηνύματα και ένα γράμμα, καθώς η πίεση που δέχτηκα και συνεχίζω να δέχομαι από το σπασμένο τηλέφωνο των κοινών γνωστών ψυχολογικά με έχει εξαντλήσει. Ωστόσο απέφυγα να της μιλήσω τις φορές που την είδα, σεβόμενη την απόφαση της να διακόψει κάθε επαφή μαζί μου και τα συναισθήματά της γενικότερα. Πέρα από όσα είχα αναγκή και εξέφρασα σε αυτά, έχω δηλώσει πως είμαι ανοιχτή σε οποιαδήποτε κουβέντα που δικαίωμά της είναι να αρνείται. Αλλά όταν κάνουμε καταγγελίες κι απαιτούμε πολιτικούς αποκλεισμούς πιστεύω χρειάζεται να ξεκαθαρίζουμε τα περιστατικά. Φράσεις του τύπου «ναι, αλλά αν ήταν άντρας...» προβάλλουν ουσιώδη προβλήματα ανάλυσης και μια γενικευμένη σύγχυση του τι ορίζουμε ως φεμινισμό.

Προσωπικά ποτέ δεν αρνήθηκα ούτε το περιστατικό, ούτε τον κακοποιητικό του χαρακτήρα και πέρασα πολλούς μήνες άσχημης ψυχολογίας, εγκλωβισμένη στο δίπολο θύματος-θύτη, ωσότου άρχισαν να ξεκαθαρίζουν μέσα μου τα πράγματα -όχι χωρίς βοήθεια-. Χρειαζόταν να δω καθαρά το μοτίβο μου στη σχέση που είχε τελειώσει: είχα συμφωνήσει άρρητα και βρισκόμουν σε μια συνεχή κατάσταση πίεσης όπου η Σ. προσπαθούσε να καθορίζει τα όρια ξανά και ξανά του πώς μπορώ να μιλάω και να εκφράζομαι, ανάγοντας τη σχέση σε χώρο ικανοποίησης καταπιεσμένων ή και όχι αναγκών της, όπου εγώ ως «απότομη» είχα πάντα λάθος, ενώ εκείνη ως «μελιστάλαχτη» μπορούσε να πληγώσει με πιο υπόρρητο τρόπο, οπότε εγώ όφειλα να απολογούμαι και να διορθώνομαι σύμφωνα με ανάγκες και φόβους ενός κακομαθημένου, πληγωμένου παιδιού, ενώ κι εγώ ήμουν τέτοιο. Άρα ναι, έχω βιώσει κακοποίηση από την πλευρά της Σ., μόνο που ήταν συναισθηματικής κι όχι σωματικής φύσεως. Ένας συναισθηματικός εκβιασμός που δυστυχώς βλέπω να συμβαίνει τώρα πάνω σε άτομα που δεν οφείλουν κι ίσως δεν μπορούν να πάρουν θέση, σε ένα ζήτημα που για τους λόγους της κρατά κρυφό στην ουσία του, υπό τη δήλωση «με κακοποίησε, είναι κακοποιήτρια, τη φοβάμαι». Δύσκολη κατάσταση εφόσον κάποι@ αυτομορφωνόμαστε εδώ και λίγο ή πολύ καιρό σχετικά με το τι σημαίνει βίωμα και το δικαίωμα του «θύματος» στην αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτού. Θέση που αν δεχτούμε ως άκριτη αλήθεια «πίστευε και μη ερεύνα», δε βοηθάμε πραγματικά τους επιβιώσαντες τραύματος να θεραπευτούν ενώ άλλοι κινδυνεύουν να ταμπελοποιηθούν ψευδώς, χάριν «πολιτικής ορθότητας».Τα λέω αυτά γνωρίζοντας πως τέτοια «δικηγορίστικα» χρησιμοποιούνται κακοποιητικά σε περιπτώσεις βιασμών, κοκ.

Μα εδώ δε μιλάμε καν για έμφυλη βία, αν και υποψιάζομαι πως οι προβολές είναι και εδώ υπαρκτές, γιατί δεν μπορεί, κάποια από τις δυο χρειάζεται να πάρει το ρόλο του «κακού αρσενικού». Υποθέσεις.

Μπαίνουν πολλά ζητήματα άλλα. Ειλικρίνεια. Ανάγκη να πάρουμε την ευθύνη των συναισθημάτων μας, του παρελθόντος μας αλλά και της θεραπείας μας. Ρωτώ και ας αναρωτηθεί όποιος επιθυμεί: μπορεί να πει κάποιο από εμάς ότι δεν κουβαλάει μοτίβα και πληγές, συμβιβασμούς που πηγάζουν όχι μόνο από τη διαπαιδαγώγηση στην οικογένεια αλλά και ολόκληρη την κοινωνική δομή και την κυρίαρχη κοσμοθεωρία; Δεν είναι εύκολο να παραδεχόμαστε πού παραδώσαμε την ελεύθερη βούλησή μας εκούσια ή ακούσια, το πένθος για το εαυτό που προδώσαμε, τη μοναδική μας ουσία, αφού κανένας δε μας δίδαξε να αναζητάμε, να περπατάμε, να αγαπάμε την αλήθεια μας ολοκληρωτικά.

Μοτίβα συσχέτισης δυσλειτουργικά που προβάλλουν την αναγκαιότητα να μην ταράζουμε τα νερά, μας αποτρέπουν από το να δημιουργούμε σχέσεις και κοινότητες που μας φροντίζουν κι αγκαλιάζουν όλες τις εκφάνσεις της ανθρωπινότητάς μας, καθώς διαιωνίζουν τον ξεπερασμένο κόσμο της υποκρισίας, του φόβου, της πόλωσης. Αυτός εχθρός αυτός φίλος, αυτός άσπρος αυτός μαύρος, σε αυτόν μπορώ να εξηγηθώ σε αυτόν δεν αξίζει τον κόπο. Υπάρχει ανθρώπινη ύπαρξη αγνή, αγγελουδένια, μπορούμε να εκφράσουμε όσα κρατάμε μέσα μας μόνο με αστική ευγένεια, απρόσωπη και «ειρηνική»; Η Βία που την έχουμε συνέχεια γύρω μας, δεν κατοικεί και μέσα μας; Η γέννα είναι βία μα και ο μοναδικός τρόπος να υπάρχουμε, να ζούμε και να αναρωτιόμαστε αν μας κάνει αυτός ο κόσμος, να τον αμφισβητούμε, να τον αλλάζουμε. Κάποιος θα μπορούσε να με κρίνει για τη θέση αυτή, όμως δεν την εκφέρω ως γενική μα εσωτερική αλήθεια που τη βλέπω να διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο. Νιώθω συχνά πως όταν ανεβαίνουν οι εντάσεις φοβόμαστε, ο καθένας έχει το trigger του, το όριό του, διαφορετικό όμως με ίδιες αφορμήσεις. Μπορούμε για πάντα να κρυβόμαστε πίσω από ρόλους, ιδεολογήματα καλού και κακού, καταπιεστή και καταπιεζόμενου; Πώς μπορούμε να χτίσουμε αληθινά συντροφικές σχέσεις αν φοβόμαστε την ίδια μας τη σκιά, αν φοβόμαστε να παραδεχτούμε το μερίδιο ευθύνης στον τρόπο που κυλάνε οι ζωές μας, στον τρόπο θέασης του κόσμου μας;

Νιώθω πως οι καιροί που ζούμε είναι τόσο σημαντικοί. Σα να μαζευτήκαμε τώρα σ' αυτή τη Γη να δούμε τι έχουμε δημιουργήσει κι αν θα το δεχτούμε ως τη μόνη πραγματικότητα, όπου καθοδηγητές και γνώστες, νέες ή παλιές «απαράβατες αρχές» θα ορίσουν τη συνέχεια. Ή θα καταλάβουμε πως οι δημιουργοί είμαστε εμείς, της ζωής μας, της ταυτότητάς μας, των σχέσεών μας, της αλήθειας μας. Όχι για να κρυφτούμε σε μια ψευδαίσθηση αγγελικά πλασμένου κόσμου, μα για ν' αναδυθούμε καθένας από μας γνωρίζοντας πως έχει ένα κομμάτι ευθύνης για το πού θα στραφεί αυτός ο ταλαιπωρημένος πλανήτης, τι θα συνεχίσει και τι θα πεθάνει, μέσα κι έξω μας. Όταν απαιτούμε αλλαγή πρέπει κι εμείς να αλλάξουμε, μπορεί άλλωστε ήδη να σκάβουμε το λάκκο της προσωρινής μας θέσης χωρίς να το συνειδητοποιούμε.

Ίσως το λάθος μου πως προτιμούσα να ελέγχω πρώτα εμένα και να παραβλέπω όσο μπορώ την ασχήμια των άλλων, οπότε έτσι κλώτσησα· γιατί η ενέργεια απέναντι μισούσε εμένα και την έκφρασή μου, κι εγώ δεν το είχα παραδεχτεί πως είναι αβάσταχτο. Ίσως το σωστό μου πως πια δε θέλω να τοποθετώ υπάρξεις σε κλουβιά που με ικανοποιούν, μα δέχομαι το δικαίωμα στη ροή, το σφάλμα, την τυφλότητα, τη μετάνοια, την προσπάθεια βελτίωσης. Βλέπω πως δεν είμαστε λίγοι όσοι άνθρωποι δεν ελπίζουν απλά, μα κοπιάζουν να δουν καθαρά, να παραδεχτούν όλα όσα είναι, ν' αγκαλιάσουν τον πόνο, το παρελθόν, τα λάθη. Δε δημοσιεύω αυτό το μήνυμα για να πω ότι η Σ. σφάλλει. «Φταίνε όλοι οι άλλοι, όχι εγώ.» Ο κάθε άνθρωπος ταξιδεύει το δικό του μονοπάτι, παλεύει με τους δικούς του δαίμονες κι αν τελικά μπορεί και θέλει, βγαίνει μπροστά να μεταδόσει τη δική του αλήθεια που ενεργοποιεί τις αλήθειες άλλων. Το κάνω γιατί η δική μου κλωτσάει εμένα κι αντί να με πνίξει, επιλέγω εντέλει κι ανοίγω, να ξεχυθεί το φράγμα. Υπογράφω επώνυμα για να μπορεί ο καθένας κι η καθεμιά να σιγουρέψει πως δε με θέλει ή αν θέλει, να συζητήσει μαζί μου, να εκφραστεί, και να συνεχίσει να κινείται αυτό που βλέπω ως δυνατότητα για ειλικρινή συλλογική ανάπτυξη, μοίρασμα, ευαλωτότητα, αλληλοβοήθεια, αγάπη. Όχι όπως θέλει να τα περικλείσει ο μικρός νους, μα όπως μπορεί και ξέρει η άπειρη Ψυχή. Μπορώ να απαιτήσω την αλλαγή Όλου αν δεν αλλάξω; Να παραδεχτώ το αδύνατον της τελειότητας μα, με συνεχώς ανανεούμενη θέληση να προχωράω προς αυτό που μοιάζει όνειρο κι αλήθεια, είναι μια αδιάκοπη διαδικασία αλλαγής, μάθησης, μεγαλώματος.


Με αγάπη Εύα. 
Ρέθυμνο 29/10/2020



ΥΓ. Το κείμενο είναι ελεύθερο για αναδημοσίευση από άτομα ή ομάδες εφόσον το κρίνουν χρήσιμο για διαμοιρασμό και μια ευρύτερη συζήτηση.

Σχόλια